βιβλιοπωλείο

ουσιαστικό

Κατάστημα όπου πωλούνται βιβλία και έντυπα, καθώς και συχνά συναφή είδη και υπηρεσίες (π.χ. είδη γραφείου, σχολικά, παραγγελίες και συμβουλές επιλογής).

Συνώνυμα

βιβλιοκατάστημα βιβλιομάγαζο βιβλιοθήκη μαγαζί κατάστημα

Αντώνυμα

δανειστήριο ουζερί

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήγα στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσω ένα μυθιστόρημα.
  • Το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς έχει μεγάλη ποικιλία σε σχολικά είδη.
  • Στο βιβλιοπωλείο βρήκα και ένα ωραίο ημερολόγιο για το νέο έτος.
  • Κάθε Σάββατο περνάω από το βιβλιοπωλείο της πλατείας.
  • Τα παιδιά περίμεναν έξω από το βιβλιοπωλείο μέχρι να ανοίξει.