βαρετά
επίρρημαΜε τρόπο που προκαλεί ανία ή δεν προκαλεί ενδιαφέρον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενδιαφέροντα συναρπαστικά διασκεδαστικά ζωντανά εντυπωσιακά ενθουσιωδώς απολαυστικά εκπληκτικά απίθανα παραστατικά συγκινητικά σούπερ μαγικά καταπληκτικά
Παραδείγματα χρήσης
- Τα μαθήματα στο σχολείο ήταν βαρετά.
- Ο καθηγητής εξήγησε το μάθημα βαρετά, χωρίς παραδείγματα.
- Η ταινία κύλησε βαρετά και κοιμήθηκα στη μέση.
- Τα τραγούδια στο ραδιόφωνο ακούγονταν βαρετά.
- Στο συνέδριο τα πάντα φάνηκαν βαρετά.