βαρέλι
ουσιαστικό1. Κυλινδρικό δοχείο, συνήθως κατασκευασμένο από ξύλο ή μέταλλο, με κυρτό σώμα και σχετικά στενά άκρα, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά, αποθήκευση και ωρίμανση υγρών (π.χ. κρασί, λάδι, μπύρα) ή για φύλαξη στερεών υλών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βαρέλι ήταν γεμάτο κρασί από την τελευταία σοδειά.
- Μεταφέραμε το βαρέλι με το καρότσι στην αποθήκη.
- Έσπρωξε το βαρέλι και αυτό κύλησε κάτω από τη ράμπα.
- Το έργο απορροφά χρήματα σαν βαρέλι χωρίς πάτο.
- Τα βαρέλια με το λάδι ήταν τοποθετημένα στη σκιά για να μην χαλάσουν.