βάζο
ουσιαστικό1. Δοχείο, συνήθως ανοιχτό στο πάνω μέρος και κατασκευασμένο από γυαλί, κεραμικό, μέταλλο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση και παρουσίαση λουλουδιών ή άλλων διακοσμητικών στοιχείων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα τα τριαντάφυλλα στο βάζο.
- Το βάζο με τη μαρμελάδα βρίσκεται στο ντουλάπι.
- Άνοιξε το βάζο για να σερβίρεις τα τουρσιά.
- Το βάζο στη βιβλιοθήκη είναι κειμήλιο της γιαγιάς.
- Στο εργαστήριο, κάθε δείγμα φυλάσσεται σε ξεχωριστό βάζο.