αυτοπροσώπως
επίρρημα1. Με προσωπική παρουσία του ίδιου του προσώπου, κατευθείαν και χωρίς εκπροσώπηση ή μεσολάβηση.
2. Με τρόπο που δηλώνει ότι μια ενέργεια γίνεται από το ίδιο το άτομο και όχι από άλλο ή από αντιπρόσωπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής ήρθε αυτοπροσώπως να επιθεωρήσει το έργο.
- Θα σου το εξηγήσω αυτοπροσώπως όταν σε δω.
- Η υπουργός δήλωσε αυτοπροσώπως ότι θα αναλάβει την ευθύνη.
- Πήρε το δέμα αυτοπροσώπως από το ταχυδρομείο.
- Παρακαλούμε να παρουσιαστείτε αυτοπροσώπως στο γραφείο τη Δευτέρα.