ασημαντότητα
ουσιαστικόΗ ιδιότητα ή κατάσταση της έλλειψης σημαντικότητας, κατά την οποία ένα πρόσωπο, γεγονός ή αντικείμενο παρουσιάζει περιορισμένη σημασία, αξία ή συνέπεια σε σχέση με το συγκεκριμένο πλαίσιο ή σκοπό.
Συνώνυμα
μηδαμινότητα αμελητότητα ασήμαντο μικρότητα παραμικρότητα δευτερότητα μηδενικότητα μετριότητα ευτέλεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασημαντότητα του λάθους έγινε φανερή όταν κανείς δεν το πρόσεξε.
- Ένιωθε την ασημαντότητα μέσα στο πλήθος και απομακρυνόταν σιωπηλά.
- Η διοίκηση απέδωσε την υπόθεση στην ασημαντότητα και δεν την εξέτασε περαιτέρω.
- Στο φιλοσοφικό του κείμενο τόνισε την ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στο κοσμικό πλαίσιο.
- Η συνεχής υπενθύμιση της ασημαντότητας του έργου τον αποθάρρυνε.