απρόοπτο

επίθετο

1. Που εμφανίζεται ή συμβαίνει χωρίς προειδοποίηση και αποκλίνει από αυτό που είχε προβλεφθεί ή προγραμματιστεί.

2. Που προκαλεί αιφνιδιασμό ή ανατροπή στις συνθήκες λόγω της έλλειψης προειδοποίησης.

Συνώνυμα

αναπάντεχο απροσδόκητο απρόσμενο απρόβλεπτο αιφνίδιο ξαφνικό ξαφνιαστικό ανέλπιστο περιπέτεια ατύχημα συμβάν τυχαίοτητα ασυνήθιστο έκτακτο τυχαιότητα

Αντώνυμα

αναμενόμενο προβλέψιμο προγραμματισμένο προβλεπόμενο συνηθισμένο κανονικό καθημερινότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το απρόοπτο στη μέση της συνεδρίασης άλλαξε την ατζέντα.
  • Η συμπεριφορά του ήταν αρκετά απρόοπτη και κανείς δεν κατάλαβε τι ήθελε.
  • Λόγω ενός απρόοπτου, η πτήση αναβλήθηκε για αρκετές ώρες.
  • Δεν περιμέναμε τέτοια εξέλιξη, το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά απρόοπτο.
  • Τα απρόοπτα σε ένα έργο συχνά απαιτούν γρήγορες λύσεις.
  • Ο οδηγός αντιμετώπισε ένα απρόοπτο στην εθνική οδό και έπρεπε να σταματήσει.