αντιπρόεδρος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που έχει τον ρόλο του αναπληρωτή του προέδρου σε έναν οργανισμό, μια εταιρεία ή μια επιτροπή, με αρμοδιότητες να υποστηρίζει, να εκπροσωπεί και να αντικαθιστά τον πρόεδρο όταν απουσιάζει ή αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αντιπρόεδρος της εταιρείας παρουσίασε τα νέα σχέδια ανάπτυξης.
- Η αντιπρόεδρος του συλλόγου ανέλαβε την οργάνωση της εκδήλωσης.
- Κατά τη σύσκεψη, ο αντιπρόεδρος της Βουλής διηύθυνε τη διαδικασία.
- Ο αντιπρόεδρος αντικατέστησε προσωρινά τον πρόεδρο στη σύνοδο.
- Ο αντιπρόεδρος ήταν υπεύθυνος για το οικονομικό τμήμα και τις στρατηγικές αποφάσεις.