αναπνοή
ουσιαστικό1. Φυσική διεργασία εισπνοής και εκπνοής μέσω της οποίας οι οργανισμοί ανταλλάσσουν αέρια, παρέχοντας οξυγόνο στους ιστούς και αποβάλλοντας διοξείδιο του άνθρακα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άπνοια
Παραδείγματα χρήσης
- Πάρε μια βαθιά αναπνοή πριν ξεκινήσεις.
- Η αναπνοή του ασθενούς ήταν ρηχή και γρήγορη.
- Πάλεψε μέχρι την τελευταία αναπνοή.
- Η αναπνοή του κοινού κόπηκε όταν άνοιξε η κουρτίνα.
- Η απόφαση έδωσε μια μικρή αναπνοή στην οικονομία της περιοχής.