ανακριβώς

επίρρημα

Με τρόπο που δείχνει ή προκαλεί έλλειψη ακρίβειας στην περιγραφή, την εκτίμηση ή την αναφορά ενός γεγονότος, μιας μέτρησης ή μιας πληροφορίας.

Συνώνυμα

εσφαλμένα λανθασμένα λάθος ανορθώς ψευδώς παραπλανητικά άστοχα λανθαστικά εσφαλμένως

Αντώνυμα

ακριβώς ακρίβως σωστά ορθά επακριβώς πιστά ορθότατα σωστότατα ακριβεστάτα ορθώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καταμέτρηση έγινε ανακριβώς, γι' αυτό τα αποτελέσματα δεν είναι αξιόπιστα.
  • Στο άρθρο αναφέρθηκαν ανακριβώς τα γεγονότα, με αποτέλεσμα πολλοί αναγνώστες να παραπλανηθούν.
  • Ο μάρτυρας περιέγραψε το περιστατικό ανακριβώς, πράγμα που μπέρδεψε το δικαστήριο.
  • Δεν μπορώ να πω ανακριβώς πόσοι συμμετείχαν στη σύσκεψη.
  • Στον χάρτη η θέση του χωριού απεικονίζεται ανακριβώς, όχι στην πραγματική της θέση.