ανάρμοστα

επίρρημα

Με τρόπο που δεν ταιριάζει στην περίσταση, στους κανόνες, στα κοινωνικά έθιμα ή στα αποδεκτά ήθη, προκαλώντας δυσαρμονία, αμηχανία ή δυσφορία.

Συνώνυμα

απρεπώς ακατάλληλα ανεπίτρεπτα άτοπα αταίριαστα αδόκιμα απαράδεκτα κακώς άκομψα προκλητικά κακόγουστα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο επίσημο δείπνο μίλησε ανάρμοστα και προσέβαλε τους καλεσμένους.
  • Φόραγε ανάρμοστα ρούχα για την τελετή της αποφοίτησης.
  • Στην αίθουσα συνεδριάσεων έκανε ανάρμοστα σχόλια που διατάραξαν τη συζήτηση.
  • Τοποθέτησαν τα ευαίσθητα αντικείμενα ανάρμοστα και προκάλεσαν ζημιά.
  • Χρησιμοποίησε ανάρμοστα τους δημόσιους πόρους για προσωπικό όφελος.