αλοιφή
ουσιαστικό1. Πυκνή ή ημιστερεά κρέμα ή πάστα που εφαρμόζεται στο δέρμα και περιέχει φαρμακευτικές, καταπραϋντικές ή προστατευτικές ουσίες για θεραπεία, καταπολέμηση ή πρόληψη ερεθισμών και πληγών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αλοιφή για το έκζεμα πρέπει να εφαρμόζεται δύο φορές την ημέρα.
- Η αλοιφή για το πρόσωπο ενυδατώνει την επιδερμίδα και μειώνει τις λεπτές ρυτίδες.
- Έβαλε αλοιφή στο σκισμένο της γόνατο πριν καλύψει το τραύμα.
- Στο φαρμακείο συνέστησαν διάφορες αλοιφές για το δερματικό πρόβλημα.
- Τα παρηγορητικά του λόγια ήταν σαν αλοιφή για τις πληγές της ψυχής.