αλλού
επίρρημα1. Σε άλλο μέρος ή τόπο, σε διαφορετική τοποθεσία.
2. Σε άλλη κατεύθυνση ή πλευρά, ως προτροπή να κοιτάξει ή να στραφεί κάποιος αλλού.
3. Μεταφορικά, σε διαφορετικό πλαίσιο, θέμα ή περίσταση από το παρόν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην ψάχνεις εδώ, ψάξε αλλού.
- Η σκέψη του ήταν αλλού κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
- Η συζήτηση πήγε αλλού και δεν απαντήθηκαν τα βασικά ερωτήματα.
- Αν δεν το βρίσκεις εδώ, δοκίμασε να το αγοράσεις αλλού.
- Έφυγε νωρίς και πήγε αλλού για να ησυχάσει.