ακρογιαλιά

ουσιαστικό

Στενή ζώνη γης δίπλα στη θάλασσα, συνήθως με άμμο, βότσαλα ή πέτρες, όπου συναντιούνται η στεριά και το νερό.

Συνώνυμα

παραλία ακτή γιαλός όχθη παραθαλάσσιο τοπίο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περπατήσαμε στην ακρογιαλιά και ακούγαμε τα κύματα.
  • Η ακρογιαλιά ήταν γεμάτη κοχύλια και βότσαλα.
  • Στην ακρογιαλιά άφησαν τα παιδιά τα κουβαδάκια τους.
  • Το σπίτι τους βρίσκεται δίπλα στην ακρογιαλιά.
  • Οι ψαράδες έδεσαν τις βάρκες τους στην ακρογιαλιά.