ακραία
επίθετο1. Που βρίσκεται στο άκρο ή στην άκρη ενός χώρου, ορίου ή κλίμακας.
2. Που υπερβαίνει το συνηθισμένο σε βαθμό, ένταση ή έκταση.
3. Που εκδηλώνεται με ριζικές ή υπερβολικές πράξεις, στάσεις ή απόψεις.
Συνώνυμα
ακρότατη εξτρεμιστική άκρως εξωφρενικά ριζοσπαστική υπερβολική δραστική έντονη σκληρή υπέρμετρη έκτακτη απόλυτη έσχατη υπέρτατη απρόβλεπτη εξωπραγματική ριψοκίνδυνη προχωρημένη τρελή παρανοϊκή παλαβή υπερβολικά βίαια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακραία καταιγίδα κατέστρεψε σοδειές.
- Λήφθηκαν ακραία μέτρα για την ασφάλεια των πολιτών.
- Η πολιτική της ομάδας θεωρείται ακραία από πολλούς.
- Τα αποτελέσματα ήταν ακραία θετικά, πάνω από κάθε προσδοκία.
- Η απόφαση βρίσκεται στα ακραία όρια της νομιμότητας.