αγωγός
ουσιαστικό1. Στοιχείο ή υλικό μέσο που επιτρέπει τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος ή τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας.
2. Σωλήνας, κανάλι ή άλλη διαμορφωμένη δίοδος που μεταφέρει υγρά, αέρια ή άλλες ουσίες από ένα σημείο σε άλλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγωγός του νερού έσπασε και προκαλεί πλημμύρα στο υπόγειο.
- Ο αγωγός από χαλκό συνδέει τα ηλεκτρικά κυκλώματα του σπιτιού.
- Το μέταλλο είναι καλός αγωγός θερμότητας.
- Ο αγωγός της τηλεοπτικής εκπομπής παρουσίασε τους καλεσμένους.
- Το διαδίκτυο λειτουργεί ως αγωγός πληροφοριών ανάμεσα σε επιστήμονες.