άσπρος
επίθετο1. Που έχει το χρώμα που αντανακλά σχεδόν ολόκληρο το ορατό φάσμα φωτός και γίνεται αντιληπτό όπως το χιόνι ή το γάλα.
2. Που εμφανίζει την επιφάνειά του χωρίς χρωματιστά σημάδια ή κηλίδες, δίνοντας εντύπωση ομοιογενούς φωτεινότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουκάμισο είναι άσπρο.
- Η νύφη φορούσε ένα άσπρο φόρεμα.
- Τα μαλλιά της γέρασαν και έγιναν άσπρα.
- Βγήκε ο άσπρος καπνός και ανακοινώθηκε η απόφαση.
- Ο τοίχος βάφτηκε άσπρος για να φωτίσει το δωμάτιο.