φλιτζάνι
ουσιαστικό1. Σκεύος, συνήθως από πορσελάνη, κεραμικό, γυαλί ή μέταλλο, μικρού μεγέθους με λαβή, προοριζόμενο για να σερβίρει ροφήματα όπως καφέ ή τσάι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φλιτζάνι του καφέ είναι ζεστό.
- Πρόσθεσε ένα φλιτζάνι αλεύρι στη ζύμη.
- Το φλιτζάνι έσπασε όταν έπεσε στο πάτωμα.
- Στο ντουλάπι υπάρχουν πέντε φλιτζάνια για τους καλεσμένους.
- Η γιαγιά μου μού χάρισε ένα φλιτζάνι από το παλιό σετ.