σαγόνι
ουσιαστικό1. Το οστέινο ή χόνδρινο τμήμα του κεφαλιού σε ανθρώπους και ζώα που σχηματίζει το στόμα, φέρει τα δόντια και συμμετέχει στη μάσηση, την ομιλία και στη συγκράτηση της τροφής.
Συνώνυμα
γνάθος σιαγόνα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σαγόνι του παιδιού πόναγε μετά την πτώση.
- Ο λύκος άνοιξε το σαγόνι και φανέρωσε τα κοφτερά του δόντια.
- Το εργαλείο στερέωσε το μέταλλο με το σαγόνι του.
- Έμεινα με το σαγόνι ανοιχτό από τα νέα που άκουσα.
- Ο οδοντίατρος εξέτασε το σαγόνι για να εντοπίσει πρόβλημα στη σύγκλειση.