ρολόι

ουσιαστικό

1. Συσκευή ή μηχανισμός που μετρά και δείχνει τον χρόνο, συνήθως με δείκτες σε καντράν ή με ψηφιακή ένδειξη.

2. Φορητό αντικείμενο προσαρμοσμένο στον καρπό ή σε θήκη, που χρησιμοποιείται για την προσωπική ένδειξη της ώρας και ως καθημερινό αξεσουάρ.

Συνώνυμα

ωρολόγιο ρολογάκι χρονόμετρο τάιμερ χρονογράφος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ρολόι μου σταμάτησε χθες το βράδυ.
  • Κρέμασαν ένα μεγάλο ρολόι στον τοίχο της αίθουσας.
  • Το ρολόι δείχνει δέκα, πρέπει να φύγουμε.
  • Χρησιμοποίησε το ρολόι ως χρονοδιακόπτη για το μαγείρεμα.
  • Το ρολόι του παππού είναι οικογενειακό κειμήλιο.