πλυντήριο
ουσιαστικό1. Συσκευή ή μηχανή που καθαρίζει ρούχα με νερό και απορρυπαντικό, συνήθως με αυτόματο πρόγραμμα πλύσης και στύψιμο.
2. Συσκευή που καθαρίζει πιάτα, ποτήρια και σκεύη χρησιμοποιώντας νερό και απορρυπαντικό σε κύκλο καθαρισμού.
Συνώνυμα
πλυντήρι πλυστήριο πλυστήρι πλύστρα καθαριστήριο
Αντώνυμα
στεγνωτήριο απλώστρα σιδερωτήριο
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλυντήριο ρούχων χάλασε χθες και πρέπει να καλέσουμε τεχνικό.
- Το πλυντήριο πιάτων τελείωσε το πρόγραμμα και τα πιάτα είναι καθαρά.
- Πήγα στο πλυντήριο της γειτονιάς για να πλύνω τα παπλώματα.
- Η εταιρεία κατηγορήθηκε ότι λειτουργούσε ως πλυντήριο χρημάτων.
- Το πλυντήριο αυτοκινήτων στην έξοδο του χωριού είναι πολύ φθηνό.