ομοφυλόφιλος
επίθετοΠου έλκεται συναισθηματικά και ερωτικά από άτομα του ίδιου φύλου.
Συνώνυμα
γκέι ομοερωτικός ομοσεξουαλικός πούστης λεσβία
Αντώνυμα
ετεροφυλόφιλος ετεροσεξουαλικός ετερόφυλος στρέιτ
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ομοφυλόφιλος περιέγραψε την πορεία αποδοχής της ταυτότητάς του.
- Οι ομοφυλόφιλοι αγωνίστηκαν για το δικαίωμα στον πολιτικό γάμο.
- Στη συζήτηση στο πανεπιστήμιο, η καθηγήτρια τόνισε τη σημασία της αποδοχής των ομοφυλόφιλων.
- Δήλωσε δημόσια ότι είναι ομοφυλόφιλος και δέχτηκε μεγάλη στήριξη από φίλους.
- Η ιατρική κοινότητα απορρίπτει την άποψη ότι ο ομοφυλόφιλος χρειάζεται «θεραπεία».