ομοσπονδιακός
επίθετο1. Που σχετίζεται με ομοσπονδία ή με τα χαρακτηριστικά, τους θεσμούς και την οργάνωση μιας ομοσπονδίας κρατών ή κρατικών οντοτήτων.
2. Που ανήκει ή υπάγεται στην κεντρική κυβέρνηση μιας ομοσπονδίας, σε αντίθεση με την περιφερειακή ή τοπική εξουσία.
Συνώνυμα
φεδεραλιστικός φεντεραλιστικός συνομοσπονδιακός κοινοπολιτειακός συμμαχικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα μέτρα.
- Το ομοσπονδιακό δικαστήριο εξέδωσε απόφαση για την υπόθεση.
- Η ομοσπονδιακή αστυνομία ανέλαβε την έρευνα.
- Οι ομοσπονδιακές εκλογές θα διεξαχθούν τον Οκτώβριο.
- Ο τερματοφύλακας κλήθηκε στην ομοσπονδιακή ομάδα για το διεθνές τουρνουά.