κραγιόν
ουσιαστικόΚοσμητικό προϊόν σε μορφή ράβδου ή σωληναρίου, αποτελούμενο από χρωστικές, έλαια και κεριά, προοριζόμενο για την επάλειψη και τον χρωματισμό των χειλιών.
Συνώνυμα
λιπστικ στικ γκλος
Αντώνυμα
βάλσαμο
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλε κόκκινο κραγιόν πριν βγει.
- Αγόρασα ένα νέο κραγιόν από το φαρμακείο.
- Το κραγιόν έλιωσε μέσα στη ζέστη του αυτοκινήτου.
- Τα κραγιόν της είναι οργανωμένα κατά χρώμα στο συρτάρι.
- Το κόκκινο κραγιόν έγινε σύμβολο αυτοπεποίθησης για πολλές γυναίκες.