κερί
ουσιαστικό1. Στερεό ή ημιστερεό λιπαρό υλικό, φυσικό ή συνθετικό, που λιώνει με θέρμανση και χρησιμοποιείται για φωτισμό, σφράγιση, βερνίκωμα, κατασκευές και άλλες τεχνικές ή οικιακές εφαρμογές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άναψε ένα κερί στην εκκλησία και προσευχήθηκε σιωπηλά.
- Έλιωσε κερί για να σφραγίσει το γράμμα.
- Το κερί μυρίζει βανίλια και καίγεται αργά.
- Παλιά το κερί χρησιμοποιούνταν ως μονάδα μέτρησης φωτεινότητας.
- Έφτιαξε ένα χειροποίητο κερί για να το χαρίσει στη φίλη της.