δυτικά

επίρρημα

1. Προς την κατεύθυνση του δυτικού προσανατολισμού.

2. Στο δυτικό τμήμα ή μέρος μιας περιοχής, ενός τόπου ή ενός χάρτη.

Συνώνυμα

δυτικώς δυτικότερα

Αντώνυμα

ανατολικά ανατολικώς ανατολικότερα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πόλη βρίσκεται δυτικά του ποταμού.
  • Τα δυτικά της χώρας έχουν πιο ήπιο κλίμα.
  • Ο άνεμος φυσάει από τα δυτικά.
  • Στα δυτικά προβλέπεται κακοκαιρία το απόγευμα.
  • Ο ήλιος δύει στα δυτικά.