βγάλτε
ρήμα1. Αφαιρείτε ή μεταφέρετε κάτι από το εσωτερικό προς τα έξω ή από πάνω σε χαμηλότερη θέση (π.χ. βγάλτε το παιδί από το αυτοκίνητο, βγάλτε το βιβλίο από τη σακούλα).
2. Αφαιρείτε ρούχο ή αξεσουάρ από το σώμα (π.χ. βγάλτε το παλτό).
Συνώνυμα
αφαιρέστε εκδώστε τραβήξτε φωτογραφήστε γδυθείτε συμπεράνετε χαμογελάστε αντλήστε ξεφορτωθείτε ξεκουμπώστε αντιγράψτε φωνάξτε δημοσιεύστε απομακρύνετε κερδίστε εμφανίστε εξάγετε παράγετε εκκενώστε αποβάλετε πείτε εκφωνήστε δημιουργήστε καταγράψτε παραδώστε
Αντώνυμα
βάλετε τοποθετήστε εισάγετε κρατήστε κρύψτε αποθηκεύστε αποσύρετε φυλάξτε διατηρήστε καταπνίξτε επιστρέψτε παρακρατήστε
Παραδείγματα χρήσης
- Παιδιά, βγάλτε τα παπούτσια πριν μπείτε στην πισίνα.
- Παρακαλώ, βγάλτε το πορτοφόλι σας για να πληρώσετε.
- Παρακαλώ, βγάλτε μας μια φωτογραφία μπροστά στο μνημείο.
- Μετά την εξέταση, βγάλτε τα συμπεράσματά σας.
- Πριν φύγετε, βγάλτε μου απόδειξη, παρακαλώ.