χρονιά
ουσιαστικό1. Περίοδος περίπου 365 ημερών (ή 366 σε δίσεκτα έτη) που αντιστοιχεί σε μία πλήρη περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο και χρησιμοποιείται ως βασική μονάδα του ημερολογιακού χρόνου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χρονιά που πέρασε ήταν γεμάτη αλλαγές.
- Η σχολική χρονιά τελειώνει τον Ιούνιο.
- Τι χρονιά κι αυτή!
- Κάθε χρονιά επισκεπτόμαστε το ίδιο χωριό για διακοπές.
- Αυτή η χρονιά θα είναι αποφασιστική για το μέλλον μας.