χορεύτρια
ουσιαστικόΓυναίκα που εκτελεί χορό, είτε ως επάγγελμα είτε ερασιτεχνικά, εκφράζοντας μουσική ή ρυθμικές ιδέες με συντονισμένες κινήσεις του σώματος και συχνά χρησιμοποιώντας τεχνικές, ρυθμό και εκφραστικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χορεύτρια εκτέλεσε ένα εντυπωσιακό σόλο στο τέλος της παράστασης.
- Η χορεύτρια του μπαλέτου φορούσε τις πουέντ και προετοιμαζόταν για την παράσταση.
- Στην παραδοσιακή γιορτή, η χορεύτρια φορούσε την τοπική φορεσιά και οδηγούσε το χορό.
- Η χορεύτρια αποφάσισε να κάνει καριέρα στο εξωτερικό.
- Παρά το νεαρό της ηλικίας, η χορεύτρια έδειξε μεγάλη ωριμότητα στη σκηνική παρουσία.