φάε
ρήμα1. Προτρέπει ή διατάσσει κάποιον να καταναλώσει τροφή, να εισάγει τροφή στο στόμα, να τη μασά και να την καταπίνει.
2. Μεταφορικά, εκφράζει επιτακτική παραίνεση να δεχτεί κάποιος κάτι ανεπιθύμητο ή επιβεβλημένο (π.χ. συνέπειες, προσβολές).
Συνώνυμα
φάγε φά κατάπιε καταβρόχθισε καταβροχθίζε κατανάλωσε ξεκοκάλισε κατασπάραξε μάσησε δοκίμασε γεύσου τσιμπολόγησε ροκάνισε καθάρισε
Αντώνυμα
νηστέψε άρνησε απέχου απέχισε απέφυγε κράτησου παράλειψε
Παραδείγματα χρήσης
- Φάε το φαγητό πριν κρυώσει.
- Μικρέ, φάε τα λαχανικά σου για να γίνεις δυνατός.
- Μην ντρέπεσαι, φάε κι άλλο κομμάτι.
- Μόλις με πέρασε μπροστά, του φώναξα: «φάε τη σκόνη μου!»
- Αφού έχασε, του είπα: «φάε τα λόγια σου».