στάχτη
ουσιαστικό1. Λεπτόκοκκο υπόλειμμα που προκύπτει μετά την καύση οργανικών ή ανόργανων υλικών, αποτελούμενο κυρίως από ανόργανες ενώσεις και μικρά αδρανή σωματίδια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σόμπα άφησε μια λεπτή στρώση στάχτη στο τζάκι.
- Το σπίτι κάηκε και έμεινε μόνο στάχτη.
- Πήραν την στάχτη της μετά την αποτέφρωση.
- Αναγεννήθηκε από τη στάχτη των αποτυχιών του.
- Έριξε λίγη στάχτη στον κήπο για λίπασμα.