σπαθί
ουσιαστικόΜεταλλικό όπλο με μακριά, αιχμηρή λεπίδα προσαρτημένη σε λαβή, σχεδιασμένο για κόψιμο ή τρύπημα και χρησιμοποιούμενο σε μάχη, αυτοάμυνα ή τελετουργικές πρακτικές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπαθί του ήταν λαμπερό στο φως του ήλιου.
- Στο μουσείο εκτίθεται ένα αρχαίο σπαθί.
- Τράβηξε το σπαθί και στάθηκε έτοιμος να πολεμήσει.
- Η επιχειρηματολογία είναι το σπαθί του στις δημόσιες συζητήσεις.
- Το παιδί κρατούσε ένα ξύλινο σπαθί και έκανε πως ήταν πειρατής.