σκούπα

ουσιαστικό

1. Εργαλείο καθαρισμού αποτελούμενο συνήθως από μακρύ κοντάρι και κεφαλή με τρίχες ή ίνες, που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση σκόνης, χώματος και υπολειμμάτων από δάπεδα και άλλες επιφάνειες.

Συνώνυμα

σκουπιστήρι σκούπιστρο σκουπόξυλο βούρτσα σφουγγαρίστρα

Αντώνυμα

σκόνη βρωμιά ακαθαρσία φαράσι σκουπιδοτενεκές χωματερή

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σκούπα είναι σπασμένη, θα την επισκευάσω αύριο.
  • Μπορείς να μου δώσεις τη σκούπα για να σκουπίσω το διάδρομο;
  • Η σκούπα ρομπότ καθαρίζει το σαλόνι κάθε βράδυ.
  • Η αστυνομική σκούπα έφερε αποτέλεσμα, με αρκετές συλλήψεις στην περιοχή.
  • Έκανε σκούπα στο παιχνίδι καρτών και κέρδισε όλα τα μπάζα.