σκοινί

ουσιαστικό

Σχηματισμένο από πλεγμένες ή στριμμένες ίνες ή νήματα, μακρύ και εύκαμπτο μέσο για δέσιμο, έλξη, στήριξη, ανύψωση ή συγκράτηση αντικειμένων.

Συνώνυμα

σχοινί σπάγκος σπάγγος συρματόσχοινο καραβόσχοινο κορδόνι λουρί ιμάντας αλυσίδα σχοινάκι πετονιά νήμα κλωστή ζώνη σπάγγι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδεσα το κιβώτιο με ένα σκοινί.
  • Δέσαμε το σκάφος με σκοινί στο λιμάνι.
  • Τα παιδιά παίζουν με το σκοινί στην αυλή.
  • Το σκοινί της σκηνής λύθηκε και χρειάστηκε να το στερεώσουμε ξανά.
  • Το σκοινί έσπασε και το βαρέλι κύλησε στον δρόμο.