σανίδα
ουσιαστικό1. Επιμήκες, επίπεδο κομμάτι ξύλου ή άλλου στερεού υλικού που χρησιμοποιείται στην κατασκευή, την επένδυση δαπέδων, την κατασκευή επίπλων ή ως δομικό στοιχείο.
Συνώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλαν μια σανίδα για να στηρίξουν το πάτωμα.
- Η Μαρία αγόρασε μια σανίδα για να μάθει σερφ.
- Έβγαλε τη σανίδα σιδερώματος από την ντουλάπα.
- Η νέα δουλειά αποτέλεσε για εκείνη μια σανίδα σωτηρίας.
- Οι σανίδες του πατώματος χρειάζονται αντικατάσταση.