ροκ
ουσιαστικό1. Μουσικό είδος που αναπτύχθηκε στις δεκαετίες του 1950–1970, χαρακτηρίζεται από την κεντρική χρήση ηλεκτρικής κιθάρας, μπάσου και τυμπάνων, έντονους ρυθμούς και δομές τραγουδιού με έμφαση στη μελωδία και την εκφραστική ερμηνεία.
Συνώνυμα
ροκενρολ εναλλακτικό εναλλακτική σκληροροκ πανκ μέταλ μπλουζ ψυχεδελικό προγκ ροκάδικο
Αντώνυμα
ποπ κλασική έντεχνο λαϊκό λαϊκή ελαφρό παραδοσιακό ηλεκτρονική ρεμπέτικο
Παραδείγματα χρήσης
- Ακούω ροκ κάθε βράδυ.
- Μου αρέσει το ροκ των δεκαετιών του '70 και του '80.
- Παρακολούθησα μια ροκ συναυλία στο στάδιο.
- Το συγκρότημα έπαιξε ένα κλασικό ροκ κομμάτι.
- Φορούσε ένα ροκ μπλουζάκι και είχε έντονο μακιγιάζ.