προσδιορισμένος
επίθετοΠου έχει οριστεί ή καθοριστεί με σαφήνεια από πριν, ώστε να μην είναι αόριστος ή απροσδιόριστος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χρόνος της συνάντησης είναι προσδιορισμένος και δεν αλλάζει.
- Το ποσό της επιδότησης δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο.
- Χρειαζόμαστε έναν προσδιορισμένο στόχο για να προχωρήσουμε.
- Οι προσδιορισμένες προϋποθέσεις αναφέρονται ρητά στη σύμβαση.
- Δεν είχε δώσει προσδιορισμένη απάντηση στο ερώτημα.
- Μετά την ανάλυση, το μέγεθος του δείγματος έγινε σαφώς προσδιορισμένο.