πιστωτικός

επίθετο

1. Που αφορά ή σχετίζεται με πίστωση, δηλαδή με την παροχή αγαθών, υπηρεσιών ή κεφαλαίων με μελλοντική πληρωμή.

2. Που χορηγείται με πίστωση ή έχει σχέση με μέσα πληρωμής που επιτρέπουν αναβολή της πληρωμής, όπως κάρτες ή λογαριασμοί.

Συνώνυμα

δανειστικός πιστοδοτικός χρηματοδοτικός πιστοληπτικός τραπεζικός πλαστικός χρηματικός

Αντώνυμα

χρεωστικός μετρητός αυτοχρηματοδοτούμενος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πιστωτική κάρτα μου μπλοκαρίστηκε λόγω ύποπτης συναλλαγής.
  • Το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού είναι θετικό.
  • Απαιτείται πιστωτικός έλεγχος πριν εγκριθεί το δάνειο.
  • Η τράπεζα προσφέρει ευνοϊκούς πιστωτικούς όρους για νεοσύστατες επιχειρήσεις.
  • Το πιστωτικό ίδρυμα ανακοίνωσε νέες προμήθειες και επιτόκια.