πετράδι
ουσιαστικό1. Μικρό κομμάτι πέτρας ή βράχου, συνήθως στρογγυλεμένο ή λειασμένο, που προκύπτει από φυσική διάβρωση ή θραύση.
2. Μικρός πολύτιμος ή ημιπολύτιμος λίθος χρησιμοποιούμενος σε κοσμήματα ή διακοσμητικά αντικείμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πετράδι στην ακρογιαλιά ήταν στρογγυλεμένο και γυαλισμένο.
- Ένιωσα ένα πετράδι μέσα στο παπούτσι μου και το έβγαλα.
- Το στέμμα είχε ένα πολύτιμο πετράδι στο κέντρο.
- Η συμβουλή της ήταν για μένα ένα πετράδι σοφίας.
- Στο κουτί βρήκα πολλά πετράδια από παλιά κοσμήματα.