παρελθόν

ουσιαστικό

1. Χρόνος που έχει παρέλθει σε σχέση με το παρόν, το σύνολο των στιγμών και των περιόδων που προηγούνται της τρέχουσας στιγμής.

Συνώνυμα

προηγούμενο προηγούμενα χθες χτες τότε πρότερα προϊστορία παλαιό παλιό παλαιότερο

Αντώνυμα

μέλλον παρόν τώρα αύριο επόμενο μελλούμενο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παρελθόν μας διαμορφώνει τις επιλογές μας.
  • Μην αφήνεις τα λάθη του παρελθόντος να σε καθορίζουν.
  • Ο δικηγόρος τόνισε ότι το παρελθόν του υπόπτου δεν αρκεί για καταδίκη.
  • Πολλά θέματα που μας απασχολούσαν πριν ανήκουν τώρα στο παρελθόν.
  • Έχει ήδη συγχωρήσει και προσπαθεί να ζήσει χωρίς το βάρος του παρελθόντος.