παλαιά
επίθετοΠου υπάρχει ή προέρχεται από προηγούμενη χρονική περίοδο και χαρακτηρίζεται από μεγάλη διάρκεια στον χρόνο ή φθορά λόγω του χρόνου.
Συνώνυμα
παλιά πάλαι παλιωμένη παλαιωμένη γηραιά γηρασμένη αρχαία παλιομοδίτικη ξεπερασμένη φθαρμένη παροπλισμένη σαράβαλη σαραβαλιασμένη παραδοσιακή ηλικιωμένη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παλαιά εκκλησία στην πλατεία ανακαινίστηκε.
- Στο πατάρι βρήκα μερικά παλαιά βιβλία.
- Η παλαιά μου διεύθυνση δεν ισχύει πια.
- Οι θρύλοι λένε ότι παλαιά υπήρχαν διαφορετικά έθιμα.
- Περπατήσαμε ανάμεσα σε παλαιά κτίρια του κέντρου.