παγωτό
ουσιαστικόΓλυκιά, συνήθως παγωμένη τροφή παρασκευασμένη από γάλα ή κρέμα, ζάχαρη και αρωματικές ύλες ή φρούτα, που καταναλώνεται σε μορφή κρέμας, σορμπέ ή παγωμένης μάζας και σερβίρεται σε κώνο, κύπελλο ή κομμάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω ένα παγωτό σοκολάτας.
- Το παγωτό έλιωσε γρήγορα στον ήλιο.
- Στον περίπτερο πουλάνε παγωτά χειμώνα-καλοκαίρι.
- Η μικρή ζήτησε δύο παγωτά, φράουλα και βανίλια.
- Η γεύση του παγωτού με πήγε πίσω στα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.