οριακός
επίθετο1. Που βρίσκεται στο όριο ή κοντά στο όριο ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, κατηγορίες ή φαινόμενα.
2. Που έχει αβέβαιη, ασταθή ή μεταβατική φύση και μπορεί εύκολα να αλλάξει κατάσταση ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
ακραίος τελικός μεθοριακός επισφαλής περιθωριακός ακρατικός διφορούμενος ασταθής κρίσιμος ελάχιστος επαρκής περιφερειακός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τιμή είναι οριακή, αλλά τελικά πέρασε το όριο.
- Η κατάστασή του παραμένει οριακή και χρειάζεται στενή παρακολούθηση.
- Το αποτέλεσμα του αγώνα κρίθηκε με οριακή διαφορά.
- Η ανάλυση έδειξε οριακή βελτίωση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
- Σε αυτό το σημείο, η απόφαση είναι οριακή και απαιτεί προσοχή.
- Ο μαθητής πέτυχε οριακή βαθμολογία, ακριβώς πάνω από τη βάση.