ξαδέρφη

ουσιαστικό

Γυναίκα ή κοπέλα που είναι κόρη του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς.

Συνώνυμα

ξάδελφη εξαδέρφη εξάδελφη ξαδελφούλα ξαδερφούλα ξαδελφάκι ξαδερφάκι συγγενής συγγενίδα οικεία

Αντώνυμα

ξένη άγνωστη περαστική

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ξαδέρφη μου σπουδάζει ιατρική.
  • Θα επισκεφθώ τη ξαδέρφη στο χωριό το Σαββατοκύριακο.
  • Έλα, ξαδέρφη, κάτσε δίπλα μου!
  • Η ξαδέρφη του έφερε λουλούδια στην οικογενειακή γιορτή.
  • Την θεωρώ σαν ξαδέρφη μου. Ήταν πάντα κοντά μου.
  • Η ξαδέρφη του άντρα μου ήρθε για επίσκεψη.