νιάτα
ουσιαστικό1. Η περίοδος της ζωής που εκτείνεται από την εφηβεία έως τις πρώτες δεκαετίες της ενηλικίωσης, κατά την οποία ολοκληρώνονται η σωματική ωρίμανση και διαμορφώνονται σημαντικές ταυτότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στα νιάτα μου ταξίδευα πολύ.
- Θυμάται τα νιάτα του με νοσταλγία.
- Τα νιάτα είναι γεμάτα όνειρα και ενέργεια.
- Τραγουδήσαμε για τα νιάτα και την ελευθερία.
- Τα νιάτα της πέρασαν γρήγορα εξαιτίας πολλών ευθυνών.