μπουκιά
ουσιαστικό1. Μικρή ποσότητα φαγητού που μπαίνει στο στόμα με μία δαγκωνιά ή με μασούλημα και καταπίνεται.
2. Μικρό κομμάτι ή θραύσμα τροφής κατάλληλο για ένα δάγκωμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφαγε μια μπουκιά ψωμί πριν φύγει.
- Δεν είχε πάρει ούτε μπουκιά στο στόμα του όλη μέρα.
- Η πίτσα ήταν τόσο νόστιμη που την έφαγε σε λίγες μπουκιές.
- Το σπίτι είναι σε καλή τιμή, αλλά η αυλή είναι μικρή — δεν χωράει ούτε μια μπουκιά χώμα.
- Με μια μπουκιά το παιδί κατάπιε το γλυκό.