μπαστούνι
ουσιαστικό1. Αντικείμενο μακρύ και στενό, συνήθως κατασκευασμένο από ξύλο, μέταλλο ή πλαστικό, που χρησιμεύει ως στήριγμα και βοηθητικό μέσο κατά το περπάτημα.
Συνώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γιαγιά περπατά με μπαστούνι.
- Ο πεζοπόρος στηρίχτηκε στο μπαστούνι κατά την ανάβαση.
- Στο μπαρ μπιλιάρδου ο παίκτης ζήτησε το μπαστούνι για το επόμενο παιχνίδι.
- Ο αστυνομικός κρατούσε το μπαστούνι στο χέρι του.
- Το πτυχίο του ήταν το μπαστούνι που τον βοήθησε να βρει δουλειά.