μήνας

ουσιαστικό

1. Χρονική μονάδα που χωρίζει το έτος σε δώδεκα μέρη στο σύγχρονο ημερολόγιο, διάρκειας συνήθως 28 έως 31 ημερών.

2. Χρονική περίοδος που αντιστοιχεί στον κύκλο των φάσεων της Σελήνης και χρησιμοποιείται σε σεληνιακά ημερολόγια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μήνας Αύγουστος είναι ο πιο ζεστός του χρόνου.
  • Μείναμε εκεί για έναν μήνα.
  • Η συνδρομή κοστίζει 5 ευρώ το μήνα.
  • Το περιστατικό συνέβη πριν από τρεις μήνες.
  • Η περίοδός της εμφανίζεται κάθε μήνα.