κατούρημα
ουσιαστικό1. Πράξη αποβολής ούρων από το σώμα, συνήθως μέσω της ουρήθρας.
2. Τα αποβαλλόμενα ούρα ή το αποτέλεσμα της εν λόγω πράξης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μικρό παιδί έκανε ένα κατούρημα πάνω στο χαλί.
- Ο σκύλος έκανε κατούρημα στην είσοδο του σπιτιού.
- Στον παιδικό σταθμό εκπαιδεύουν τα παιδιά στο κατούρημα.
- Ένιωσα ξαφνική ανάγκη για κατούρημα στη μέση της παράστασης.
- Ο γιατρός ρώτησε αν αντιμετωπίζει πρόβλημα με το κατούρημα τη νύχτα.