καλώδιο
ουσιαστικό1. Σύνολο ενός ή περισσοτέρων αγωγών, μονωμένων ή μη, που προορίζονται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας ή ηλεκτρικών σημάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασύρματο
Παραδείγματα χρήσης
- Το καλώδιο τροφοδοτεί τον υπολογιστή με ρεύμα.
- Σύνδεσε το laptop στο δίκτυο με ένα καλώδιο Ethernet.
- Πρέπει να αντικαταστήσουμε το καλώδιο φόρτισης του κινητού.
- Το υποβρύχιο καλώδιο μεταφέρει δεδομένα μεταξύ ηπείρων.
- Ένα καλώδιο της γέφυρας φαίνεται φθαρμένο και χρειάζεται έλεγχο.